Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Μαστοροχώρια: Μετρώντας τη ζωή με εποχές


Αναλλοίωτες, από τον καιρό και τον ποταμό του χρόνου, πέτρες στηρίζουν τα σπίτια των κατοίκων στα Μαστοροχώρια. H βροχή, ο αγέρας και η πέτρα κρύβονται όμως πίσω από τα χαμογελαστά πρόσωπα των ακριτών κατοίκων.

Κείμενο: Λίνα Καπετάνιου

«Εμένα σπίτι μου είναι η εθνική οδός. Οικογένειά μου οι δρόμοι. Περνάω από εδώ μέρα παρά μέρα. Οι άνθρωποι σε αυτά τα χωριά ανάβουν το χειμώνα τα τζάκια, κάθονται μέσα, το πρωί μαζεύονται για καφέ, συζητάνε, τρώνε και το βράδυ πάνε στα κρεβάτια τους νωρίς.

Και μετά;

Μόλις ανοίξει ο καιρός όλοι ετοιμάζονται, αρχίζουν να χτίζουν, φτιάχνουν τις στέγες τους, ασβεστώνουν τους τοίχους, απλώνουν τραπέζια στις αυλές, στρώνουν τα ψητά και βγάζουν το τσίπουρο από την αποθήκη.

Και μετά;

Μετά έρχεται πάλι ο χειμώνας. Τι θες να σου πω; Συμπέρασμα; Δεν έχει. Αυτή είναι η ζωή. Αυτή δεν είναι; Άμα τη μετράς τη ζωή με λεπτά και ώρες, τη χάνεις. Αν τη μετράς με εποχές, όμως... Εσύ πού πας; Έλα, θα σε πάω εγώ. Εγώ το κάνω αυτό το δρομολόγιο χρόνια. Α, έχεις μέσο. Εγώ και αύριο και μεθαύριο από εδώ θα περάσω. Να ξέρεις πάντα πριν το μεγάλο γεφύρι κάνω μια στάση. Καλό δρόμο να’χεις και προσοχή στις στροφές.»

Στο χωριό Θεοτόκος, πάνω στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων–Κοζάνης, ο κυρ Γιάννης δεν αφήνει περιθώριο για άλλες ερωτήσεις. Δέκα σταματημένες νταλίκες έχουν κάνει κατάληψη στο δρόμο. Πρέπει να ξεκινήσει. Όλοι εδώ σταματούν, στην ταβέρνα του «ξενύχτη» που, ανάμεσα σε βουνά, λαγκάδια και σκοτάδια, αποτελεί φωτεινό καταφύγιο για τους φορτηγατζήδες.

Παλιά τα φορτηγά από Τουρκία και Βουλγαρία, έφταναν στη Δυτική Ευρώπη μέσω Γιουγκοσλαβίας. Μετά τον πόλεμο, άρχισαν να έρχονται από εδώ. Όποια ώρα της μέρας ή της νύχτας και να περάσεις, βλέπεις μοναχικές νταλίκες να διασχίζουν το δρόμο και, όπως πάντα, προσπαθείς να διακρίνεις στο παρμπρίζ τους το ευφυολόγημα, την ποδοσφαιρική αγάπη ή το μεγάλο έρωτα του οδηγού. Πιο κάτω, στην Εγνατία Οδό, δεν κατεβαίνουν, γιατί τα διόδια είναι ακριβά.

Στους φιδογυριστούς δρόμους του Δήμου Μαστοροχωρίων, η κίνηση περιλαμβάνει νταλίκες, τζιπ της συνοριοφυλακής και λιγοστά ιδιωτικά αυτοκίνητα. Η τουριστική ανάπτυξη δεν συμπεριλαμβάνεται στα φόρτε της περιοχής. Μήπως όμως είναι καλύτερα έτσι;

Ο Πέτρος και η Ελένη μένουν στα Γιάννενα αλλά είναι από την Πυρσόγιαννη και έρχονται συχνά στο χωριό. «Ναι, είναι καλύτερα έτσι» δηλώνουν και οι δύο. «Τα Ζαγοροχώρια έχουν γεμίσει με μπαρ και spa. Μόνο κινέζικο δεν έχει φτιαχτεί στο Μεγάλο Πάπιγκο!» Στην ταβέρνα του χωριού, το Αρμολόι, αργά το βράδυ, είμαστε μόνο εμείς, οι ιδιοκτήτες και 6-7 συνοριοφύλακες.

Ο συνοριακός σταθμός της Πυρσόγιαννης απασχολεί αρκετά άτομα από όλον το νομό Ιωαννίνων, οι οποίοι σε ζευγάρια ή τριάδες περιπολούν 24 ώρες το 24ώρο την περιοχή. Ασφαλτόδρομοι, χωματόδρομοι, χωριά, θέσεις, όλα τα γυρνάνε με το τζιπ. Βέβαια, τα πράγματα τώρα είναι πολύ ήρεμα, φασαρίες με μετανάστες δεν υπάρχουν. Καμία σχέση με το 1991, οπότε πρωτοάνοιξαν τα σύνορα και τα λεωφορεία που γυρνούσαν πίσω τους μετανάστες σχημάτιζαν ουρά στην Κακαβιά και στο συνοριακό σημείο κοντά στην Καστοριά. Τώρα πλέον, έπειτα από τόσους διωγμούς, βάσανα και συζητήσεις, Έλληνες και Άλβανοί έχουν μάθει να ζουν μαζί ειρηνικά. Τουλάχιστον σε αυτό το μικρό κομμάτι ακριτικής γης. Ο πελώριος όγκος του Γράμμου δεν επαρκεί για να χωρίσει ανθρώπους που αγαπιούνται, συνεργάζονται, συμπαθιούνται και έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Το έργο της συνοριοφυλακής έχει μειωθεί στο ελάχιστο και περισσότερο χρησιμεύει ως προστασία (οποιασδήποτε μορφής) για τους κατοίκους των χωριών.


Στο διπλανό τραπέζι, πακέτα με φάρμακα σταλμένα με το ταχυδρομείο από το φαρμακείο της
Κόνιτσας περιμένουν τους παραλήπτες τους. Φαρμακείο ο δήμος δεν έχει, όπως δεν έχει περίπτερο, τράπεζα, βενζινάδικο, γυμνάσιο και λύκειο. Η Πυρσόγιαννη, η έδρα του, μετρά 219 κατοίκους. Καταγεγραμμένους, γιατί στην πραγματικότητα είναι λιγότεροι. Εδώ βρίσκεται και το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, το οποίο στεγάζει πολύ σημαντικά κειμήλια, φωτογραφίες, συγγράματα για τη λαϊκή δημιουργία και αντικείμενα από όλα τα χωριά.

Οι κάτοικοι της Πυρσογιάννης ήταν κάποτε γνωστοί για την τέχνη τους με την πέτρα. Το καταλαβαίνεις μόλις περνάς την τελευταία στροφή και αντικρίζεις τα σπίτια. Όλα πέτρινα. Πέτρινοι κι οι δρόμοι, που μοιάζουν με πεζόδρομους, αλλά δεν είναι.

Οι κάτοικοι του χωριού Γοργοπόταμος πάλι ήταν γνωστοί για την ξυλογλυπτική τέχνη τους. Τέμπλα εκκλησιών, ξύλινα αντικείμενα και στολίσματα με μεγάλη καλλιτεχνική αξία έγιναν από τα χέρια τους. Οι κάτοικοι του χωριού Χιονάδες ήταν φημισμένοι αγιογράφοι, ξυλουργοί και λαϊκοί ζωγράφοι. Μπουλούκια, όπως τα λέγανε, φεύγανε από τα Μαστοροχώρια για να χτίσουν και να δημιουργήσουν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα Βαλκάνια, την Ευρώπη και την Αμερική, στήνοντας μνημεία αρχιτεκτονικής αξίας σε όλον τον κόσμο. Αν όταν πηγαίνεις για πρώτη φορά στα Ζαγοροχώρια, μένεις εκστασιασμένος από το γκρι τοπίο με τα πέτρινα σπίτια, εδώ ενθουσιάζεσαι με την ίδια την πέτρα - χτισμένη «με μεράκι και καλλιτεχνία», όπως λένε οι ντόπιοι.


Τα Μαστοροχώρια απλώνονται σε καταπράσινες πλαγιές αριστερά και δεξιά της Εθνικής Οδού,
δίπλα στην οποία κυλάει ο ποταμός Σαραντάπορος. Οι πηγές του -αν και όχι μόνο- ευθύνονται για τα τρεχούμενα νερά που βλέπεις παντού μέσα στα χωριά αλλά και στο δρόμο. Μικρές πηγές με παγωμένο νερό πρασινίζουν την πέτρα με βρύα.

Η πρώτη πινακίδα που συναντάς, 24 χιλιόμετρα μετά την Κόνιτσα, είναι για Καστάνιανη. Χτισμένο αμφιθεατρικά με φόντο πάντα πράσινο, το χωριό είναι λες και ξεπήδησε από αυτά τα γυάλινα στρογγυλά κουτάκια με τα παραμυθένια μέρη που τα κουνάς και πέφτουν άσπρες νιφάδες. Χιόνι δεν έχει πέσει ακόμη, αλλά το παραμύθι έχει αρχίσει. Στενά πέτρινα σοκάκια, παλιά αρχοντικά τρίπατα σπίτια με ξύλινα μπαλκόνια και σαχνισιά (σκεπαστές προεξοχές του ορόφου, όπως αυτές που βλέπει κανείς πολύ συχνά στη Μακεδονία) έκαναν τους κατοίκους και τους τοπικούς παράγοντες να ζητήσουν να χαρακτηριστεί η Καστάνιανη παραδοσιακός οικισμός. Και ο κοινοτικός ξενώνας, ξεχωριστός στην περιοχή και με προσωπικότητα, φτιαγμένος με γούστο και μεράκι, επιβλέπει όλο το χωριό.

Πρέπει να ξανακατέβεις όλες τις στροφές και να συνεχίσεις στον εθνικό δρόμο, πάλι μέσα από στροφές, για να βρεις την πινακίδα για Πυρσόγιαννη και τα υπόλοιπα χωριά, στα οποία θα φτάσεις μετά από (τι άλλο;) στροφές. Μετά την Πυρσόγιαννη σταματάς να βλέπεις πολύ κόσμο. Παίρνεις βαθιά ανάσα τη στιγμή που ο δρόμος ανηφορίζει και νιώθεις ότι χάνεσαι μέσα στο βουνό. Βούρμπιανη, Οξυά, Γοργοπόταμος, Πληκάτι, Χιονάδες, Ασημοχώρι. Χωριά ξεχασμένα, όχι από το Θεό, αλλά από τις Αρχές και τους ανθρώπους. Ξεχασμένα, όχι εγκαταλελειμένα. Όλα έχουν όμορφα αρχοντικά πέτρινα σπίτια, καλντερίμια και πλατείες. Είναι οι άνθρωποι που μου έλεγε ο κυρ Γιάννης. Που όταν έρχεται η άνοιξη φτιάχνουν τις στέγες, κάνουν μερεμέτια και βάφουν. Το DNA του μάστορα και του καλλιτέχνη έχει περάσει και στις τωρινές γενιές και σπάνια βλέπεις παραμελημένο σπίτι εδώ. Αλλά οι κάτοικοι λιγοστοί. Σε ορισμένα χωριά το χειμώνα μένουν μόνο δυο-τρεις γέροντες.

Στα χωριά που είναι κοντά στην Εθνική, η κατάσταση είναι αλλιώς. Το Κεφαλοχώρι (στο οποίο φτάνεις αφού κατέβεις όλες τις στροφές που ανέβηκες, βγεις στην εθνική και μετά από άλλες τόσες στροφές, φτάσεις στην πινακίδα για Κεφαλοχώρι και ακολουθήσεις τη σπάνια ευθεία που βγάζει στο χωριό) έχει τους περισσότερους κατοίκους το χειμώνα. Το Κεφαλοχώρι είναι στην πραγματικότητα το χωριό Λυκόρραχη. Το 1967, στην τοποθεσία όπου βρισκόταν η Λυκόρραχη, έγιναν κατολισθήσεις και κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά του χωριού. Οι κάτοικοι μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και μετακόμισαν σε πιο χαμηλό υψόμετρο, κοντά στο δρόμο. Έχτισαν πάλι τα σπίτια τους -δεν ήταν άλλωστε κάτι που δεν ήξεραν να κάνουν- και ξεκίνησαν από την αρχή. Το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι της Πλαγιάς. Αυτοί οι αθεόφοβοι όμως μεταφέρθηκαν και πήγαν το χωριό ακόμα πιο μακριά και ακόμα πιο ψηλά. Όταν οδηγείς τώρα προς το νέο χωριό, βλέπεις στην απέναντι πλευρά του βουνού την ερειπωμένη παλιά Πλαγιά (Ζέρμα) με τα πέτρινα σπίτια.

Η Σοφία στο χωριό Λαγκάδα με ρωτάει με πολύ σοβαρό ύφος: «Εσύ που είσαι τρίτη και μπορείς να είσαι πιο αντικειμενική: ποιο χωριό έχει περισσότερες στροφές; Η Πλαγιά ή η Δροσοπηγή;» Η Πλαγιά απαντάω, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η Δροσοπηγή βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου προς Κοζάνη και για να φτάσεις εκεί πρέπει να περάσεις πάνω από το ποτάμι. Τα γεφύρια στην περιοχή αφθονούν - ειδικά τα πέτρινα. Αυτό όμως είναι ένα παλιό σιδερένιο γεφύρι με ξύλινες σανίδες από πάνω, καρφωμένες με πρόκες. Το βλέπω από μακριά. Ωραία, λέω. Όσο πλησιάζω, όμως, βλέπω πιο καθαρά τα παλιοκαιρισμένα ξύλα και τις πρόκες που έχουν φύγει από τη θέση τους.

Και τώρα; Τώρα ή γυρνάς ή Δροσοπηγή γιοκ. Άνθρωπος να ρωτήσω, να βεβαιωθώ ότι είμαι στο σωστό δρόμο, ότι το γεφύρι αντέχει, δεν υπάρχει πουθενά. Ααα, δε φεύγω έτσι ηττημένη, χωρίς προσπάθεια, δεν γυρνάω πίσω. Βαθιά ανάσα και βάζω πρώτη. Μόλις ακουμπούν πάνω τους οι ρόδες, τα ξύλα βγάζουν έναν οξύ, στριγκό ήχο, κι εγώ σκέφτομαι τις πρόκες να βυθίζονται στο ζεσταμένο λάστιχο και το γεφύρι να καταποντίζεται θεαματικά με μένα και το αυτοκίνητο μαζί. Σταματάω. Δεν μπορεί, λέω στον εαυτό μου, να το άφησαν έτσι το γεφύρι αν ήταν επικίνδυνο, απλά δεν ξέρεις από γεφύρια και φοβάσαι, μια χαρά είναι, τόσοι άνθρωποι περνάνε από εδώ. Όλα αυτά τα συλλογίζομαι σταματημένη πάνω στο ετοιμόρροπο, κατά τη δική μου πάντα άποψη, γεφύρι. Μόλις το συνειδητοποιώ, πρώτη, γκάζι, δευτέρα και άλλο γκάζι, πολύ γκάζι και (ουφ!) το περνάω το γεφύρι. Άξιζε την ταραχή και τις στροφές (που δεν φτάνουν ούτε στο δαχτυλάκι τις στροφές της Πλαγιάς, κυρία Σοφία) η Δροσοπηγή. Χωμένη στο βουνό, με απέραντη θέα και μια μεγάλη πέτρινη (πάντα πέτρινη, μην επαναλαμβάνομαι συνέχεια, όλα πέτρινα είναι εδώ) πλατεία.


Για το τέλος της περιπλάνησης, αφήνω την Αετομηλίτσα. Δεκαεφτά χιλιόμετρα από την Εθνική, 1550 μέτρα υψόμετρο. Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι είναι το ψηλότερο χωριό της Ελλάδας. Θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι και ένα από τα ομορφότερα. Η Αετομηλίτσα βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου η πυκνή βλάστηση του βουνού δίνει σιγά σιγά τη θέση της στο αλπικό τοπίο. Κοιτώντας χαμηλά βλέπεις πράσινο, κοιτώντας ψηλά βλέπεις γκρι και χώμα. Και η Αετομηλίτσα στη μέση να επιβιώνει όλα αυτά τα χρόνια. Το καλοκαίρι το χωριό γεμίζει από κόσμο. Το χειμώνα κάτοικος ο εξής ένας. Τον οποίο οι γνωστοί και φίλοι από τα υπόλοιπα χωριά καλούν να κατέβει κάτω, αλλά αυτός δεν αφήνει την Αετομηλίτσα. Λύκοι, αρκούδες, κυνηγοί και ορειβάτες του κάνουν πού και πού παρέα. Αν φοβάται τις αρκούδες; Τις ακούει να περνάνε έξω από το παράθυρο του, μια φορά μάλιστα είχε ανοίξει την πόρτα και είχε πετάξει ψωμί σε μία που γυρνούσε πεινασμένη γύρω γύρω από το σπίτι.

Βράδυ και παρά το τσουχτερό κρύο τολμάω μια βόλτα στα δρομάκια της Πυρσόγιαννης. Δύο συνοριοφύλακες με τζιπ περνάνε από μπροστά μου. Μετά από δυο λεπτά τούς βλέπω να ξαναγυρνάνε και να με περιεργάζονται. Ξαναπερνάνε για τρίτη φορά, τελικά σταματάνε και με ρωτάνε αν είμαι από εδώ και πού μένω. Χούγια μάλλον που δεν κόβονται, αλλά και η κλασική εύλογη απορία όταν βρίσκεσαι σε χωριό: «Εσύ ποιανού είσαι;» Αφού δίνονται οι απαραίτητες διευκρινίσεις απομακρύνονται και εγώ συνεχίζω τη βόλτα μου.

Τζάκια καπνίζουν παντού και αυτή η μυρωδιά, μαζί με το κρύο, τον ήχο της πηγής που τρέχει και την κρύα πέτρα στην οποία ακουμπάω το μάγουλο μου, με κάνουν να σκέφτομαι τα λόγια του κυρ Γιάννη: «Αυτή είναι η ζωή. Αυτή δεν είναι; Άμα τη μετράς τη ζωή με λεπτά και ώρες, τη χάνεις. Αν τη μετράς με εποχές όμως...» Κοιτάζω το ρολόι μου για τελευταία φορά, το βγάζω και το πετάω με δύναμη πάνω στα πεσμένα φύλλα, μαζί με όλες τις προθεσμίες της ζωής μου που έπρεπε να προλάβω. Είναι φθινόπωρο. Και αυτό μου αρκεί.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Προτεινόμενο

Αρμολόϊ

Ξενώνας, καφενείο και εστιατόριο, το Αρμολόϊ είναι το κέντρο της Πυρσόγιαννης. Το όνομά του στη γλώσσα των μαστόρων σημαίνει «η τέχνη του κτισίματος», ενώ «Αρμολόι» ήταν και ο τίτλος παλιού περιοδικού των νέων του χωριού. Το πέτρινο κτίριο ανακαινίστηκε το 1996 και συμπληρώνεται με πινελιές από ξύλο. Τα επτά δωμάτια στον πάνω όροφο είναι λιτά διακοσμημένα με όμορφα στοιχεία, όπως σιδερένιο κρεβάτι, σκούρο ξύλινο γραφείο και λάμπα εποχής. Παραμένει ανοιχτό όλο το χρόνο.

Διεύθυνση: Πυρσόγιαννη

Τηλ.: 26550-31297

Καστάνιανη

Σπάνια συναντάς ξενώνες με τόσο έντονη προσωπικότητα. Το κτίριο είναι πέτρινο με ξύλινα παραθυρόφυλλα και το παραμυθένιο εσωτερικό του ξεπερνά τις προσδοκίες. Τζάκι, άνετοι καναπέδες και τραπέζια στο καθιστικό σε προσκαλούν για συζήτηση και καλή παρέα. Το πιάνο με ουρά, οι κιθάρες, τα μικρόφωνα, το μπαρ και η βιβλιοθήκη που ετοιμάζεται, δείχνουν ότι οι παρέες περνούν εδώ τα πιο όμορφα και γλυκά βράδια. Η ξύλινη σκάλα οδηγεί στον πάνω όροφο, όπου βρίσκονται τέσσερα απλά αλλά κομψά παραδοσιακά δωμάτια. Ξύλο στο πάτωμα, ξύλο και στο ταβάνι και από τα παράθυρα θέα στο χωριό και το δάσος.

Διεύθυνση: Καστάνιανη

Τηλ.: 26550-31700

www.kastaniani.gr

Βούρμπιανη

Στην κεντρική πλατεία της Βούρμπιανης, ο παραδοσιακός πέτρινος ξενώνας είναι ιδανικό κατάλυμα για εξορμήσεις στις πλαγιές του Γράμμου. Η διακόσμηση των δωματίων, απλή και λιτή.

Διεύθυνση: Βούρμπιανη

Τηλ.: 26550-31340

Τιμές: από Ευρώ 50 το δίκλινο

Φασούλης

Νεόκτιστα δωμάτια στον πρώτο όροφο πάνω από την ταβέρνα στο κέντρο του Κεφαλοχωρίου. Το ισόγειο έχει έντονα παραδοσιακό χρώμα με πέτρα, ξύλο, τζάκι και κόκκινα τραπέζια. Μην παραξενευτείτε αν δείτε στο διπλανό δωμάτιο περίεργους Γερμανούς με απόχες, μεγεθυντικούς φακούς και λοιπό εξοπλισμό. Γεωλόγοι και εντομολόγοι είναι οι άνθρωποι, που καταλύουν εδώ για να μελετήσουν την πανίδα, τη χλωρίδα και το πλούσιο σε φυσικά στοιχεία έδαφος του Γράμμου.

Διεύθυνση: Κεφαλοχώρι

Τηλ.: 26550-81481

Ξενώνας - Καταφύγιο Αετομηλίτσας

Στην πανέμορφη Αετομηλίτσα δε μένει κανένας μόνιμος κάτοικος τον χειμώνα, αλλά οι φυσιολάτρες και οι αναχωρητές που φτάνουν ως εδώ είναι πολλοί. Το καταφύγιο έχει όλες τις προδιαγραφές για να σταθεί στο ύψος της ομορφιάς του τοπίου. Διαθέτει επτά δωμάτια με τζάκι και θέα τις κορυφές του Γράμμου αλλά και τον ορίζοντα ο οποίος φτάνει μέχρι το Σμόλικα την οροσειρά της Τύμφρης.

Διεύθυνση: Αετομηλίτσα

Τηλ.: 26550-31345, 6974 389788

Λαγκάδα

Πέτρινος ξενώνας στο χωριό Λαγκάδα με κόκκινα παράθυρα και πόρτες. Το κτίριο εντάσσεται αρμόνικα στο υπέροχο φυσικό περιβάλλον με το βουνό να απλώνεται ακριβώς μπροστά σας. Τα επτά δωμάτια είναι παραδοσιακά και ευρύχωρα, ενώ εγγυώνται απόλυτη ησυχία και πανέμορφη θέα.

Διεύθυνση: Λαγκάδα

Τηλ.: 26550-31354, 6974 386378

ΦΑΓΗΤΟ

Βούρμπιανη

Μοσχάρι, αρνί, κατσίκι και κυνήγια όχι αγορασμένα, αλλά από την παραγωγή των ιδιοκτητών. Δοκιμάστε γίδα βραστή, λαχανόπιτα, κεμπάπ, μαγειρευτά και τραχανόσουπα.

Διεύθυνση: Βούρμπιανη

Τηλ.: 26550-31340

Αρμολόϊ

Κάτω από τον τεράστιο πλάτανο, για τον οποίο οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι είναι πάνω από 500 χρόνων, και δίπλα στην πέτρινη κρήνη με το καθαρό και δροσερό νερό, οι ιδιοκτήτες θα σας περιποιηθούν με την καρδιά τους. Ηπειρώτικη πεντανόστιμη σπανακόπιτα, μαγειρευτά, της ώρας, χόρτα και ντόπια σπεσιαλιτέ τσιριβίρι (κόκορας, κεφτέδες, λαγός ή κουνέλι με χυλό από αλεύρι και σκορδόξυδο). Ο χώρος είναι πολύ ζεστός με τζάκι, στρογγυλά ή μεγάλα ορθογώνια τραπέζια και παλιές φωτογραφίες της περιοχής στους τοίχους.

Διεύθυνση: Πυρσόγιαννη

Τηλ.: 26550-31297

Φασούλης

Φρέσκα κρέατα από τα ζώα των ιδιοκτητών σε ένα σπιτικό χώρο με καναπέδες και τζάκι. Προβατίνα, παϊδάκια, σουβλάκια, άγρια μανιτάρια (τώρα είναι η εποχή τους), σούπες, νένες (άγριο σπανάκι που ευδοκιμεί μόνο σε πολύ λίγες περιοχές της Ελλάδας) με λιωμένη φέτα και, πάνω από όλα, νοστιμότατο ζυμωτό ψωμί το οποίο φουρνίζεται κάθε πρωί. Ό,τι θα δείτε πάνω στο τραπέζι, είναι σπιτικό. Μέχρι και το ξίδι στη σαλάτα! Τα χόρτα και τα μανιτάρια τα μαζεύουν οι ίδιοι από το βουνό, ενώ και τα λαχανικά είναι από τα κηπάρια τους (όπως λένε εδώ τους μπαξέδες).

Διεύθυνση: Κεφαλοχώρι

Τηλ.: 26550-81481, 6947 402195

Λαγκάδα

Στη μεγάλη αίθουσα, ο μπροστινός τοίχος καλύπτεται από παράθυρα για να τρως με θέα τη μεγάλη άγρια πλαγιά του βουνού. Το τζάκι τσιτσιρίζει, όπως και τα κάρβουνα στη ψησταριά της ταβέρνας. Χειροποίητος τραχανάς, πίτες, λουκάνικα, μπριζόλες και πολλά ακόμα, όλα από ντόπιες πρώτες ύλες.

Διεύθυνση: Λαγκάδα

Τηλ.: 26550-31354, 6974 386378

Καφενείο Καστάνιανης

Στην είσοδο του χωριού, το καφενείο, εκτός από μαστόρικα ψημένο ελληνικό, προσφέρει και μεζέδες: ηπειρώτικες πίτες, σαλάτες και κρεατικά συνδυασμένα με ωραίο κρασί και τσίπουρο. Τις ζεστές μέρες, καθίστε στο μικρό μπαλκονάκι με θέα απέναντι στην πλαγιά τα πέτρινα σπίτια.

Διεύθυνση: Καστάνιανη

Τηλ.: 26550-31116

Κόκα Καρυά

Στην πλατεία της Κόκα-Καρυάς, το παραδοσιακό καφενείο είναι χτισμένο (φυσικά) με πέτρα. Τα περισσότερα κτίρια της πλατείας άρχισαν να χτίζονται το 17ο αιώνα. Μια βροχερή μέρα, κοιτώντας τις σταγόνες πίσω από τα παράθυρα του καφενείου, πιείτε έναν μερακλίδικο ελληνικό και πιάστε συζήτηση με τους γέροντες του χωριού. Δοκιμάστε επίσης τσάι βουνού, γλυκό κεράσι και ντόπιο τσίπουρο με μεζεδάκια.

Διεύθυνση: Πυρσόγιαννη

Τηλ.: 26550-31680

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Δήμος: 26550-31269, 31111

Αγροτικό Ιατρείο Πυρσόγιαννης: 26550-31201

Κέντρο Υγείας Κόνιτσας: 26550-23111

Ταξί: 26550-81214, 22500, 22471

ΚΤΕΛ: 26550-22214 (Κόνιτσα), 26510-27442, 26286 (Ιωάννινα)

Αστυνομία: 26550-31216, 81244

Πώς θα πάτε: Με δικό σας αυτοκίνητο ακολουθώντας την Εθνική Οδό Αθηνών–Ιωαννίνων μέχρι τα Ιωάννινα (420 χιλιόμετρα). Από εκεί, ακολουθώντας την εθνική οδό Ιωαννίνων-Κοζάνης και αφού περάσετε έξω απ’ την Κόνιτσα, θα συναντήσετε έπειτα από 90 περίπου χιλιόμετρα τη διασταύρωση για Πυρσόγιαννη. Η Εθνική Οδός Ιωαννίνων–Κοζάνης καθώς και το επαρχιακό δίκτυο του Δήμου Μαστοροχωρίων είναι ασφαλτοστρωμένα και σε καλή κατάσταση - εκτός ίσως από ορισμένα κομμάτια στο δρόμο προς Αετομηλίτσα.

Με λεωφορείο του ΚΤΕΛ μπορείτε να φτάσετε σε όλα σχεδόν τα χωριά του Δήμου Μαστοροχωρίων.

5 ακόμη λόγοι για να επισκεφτείτε τα Μαστοροχώρια

1. Για να δείτε τις Δρακόλιμνες, μοναδικό φυσικό φαινόμενο, αφού βρίσκονται ψηλά σε αλπικό τοπίο. Ειδικά η λίμνη Γκιστόβα είναι η ψηλότερη λίμνη της Ελλάδας (2350 μέτρα). Πρόσβαση μέσω Αετομηλίτσας.

2. Για να δείτε τη Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Ζέρμας, χτισμένη το 1625 και σημαντικό θρησκευτικό κέντρο. Αν και καταστράφηκε μεγάλο μέρος της από φωτιά το 1947, αξίζει την επίσκεψη.

3. Για να πείτε ένα καφέ στο καφενείο Σέλτση στο χωριό Οξυά. Βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και έχει θέα το βουνό και τη χαράδρα του ποταμού Σαραντάπορου.

4. Για να δείτε το Γεφύρι της Ζέρμας ή αλλιώς Καντσιώτικο, το μόνο σήμερα σωζόμενο πέτρινο γεφύρι. Βρίσκεται κοντά στον Εθνική Οδό, πάνω στον παλιό δρόμο που ένωνε την Πλαγιά με τη Δροσοπηγή.

5. Για να ζεσταθείτε με ένα τσίπουρο που θα πιείτε μονορούφι στην πλατεία της Δροσοπηγής, στο καφενείο «Τ’ Αμπήλιακο» (τηλ.: 26550-81411).

Μόττο

Ο πελώριος όγκος του Γράμμου δεν επαρκεί για να χωρίσει ανθρώπους που αγαπιούνται και συνεργάζονται

Καστάνιανη: στενά πέτρινα σοκάκια, παλιά αρχοντικά τριπατα σπίτια με ξύλινα μπαλκόνια και σαχνισιά

Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι η Αετομηλίτσα είναι το ψηλότερο χωριό της Ελλάδας.

Πηγή : www.koutipandoras.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου